Saturday, January 21, 2012

Η ανησυχία για την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ αποτελούν την μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη, στοχεύοντας στην διατήρηση της δημοκρατίας, της συνεργασίας και στην προώθηση του παγκόσμιου εμπορίου. Γνωρίζοντας, λοιπόν, αυτό το τρίπτυχο, η ανακοίνωση  των αμυντικών περικοπών της χώρας δημιούργησε πολλά ερωτηματικά και τροφοδότησε διάφορα σενάρια σχετικά με το μέλλον της αμερικανικής χώρας και τα προβλήματα που αυτή αντιμετωπίζει.
    Είναι γεγονός ότι το ύψος των αμερικανικών αμυντικών δαπανών ήταν τεράστιο. Ισχύει ότι οι δαπάνες των ΗΠΑ ήταν πολύ μεγαλύτερες από τις άλλες χώρες, όχι όμως για να μπορέσει να διατηρηθεί στην κορυφή αλλά για το λόγο ότι η τεχνολογική πρόοδος της ήταν τέτοια που τα ποσά που έπρεπε να δαπανηθούν για την έρευνα, την ανάπτυξη αλλά και την διατήρηση της στρατιωτικής ποιότητας της χώρας είχαν αυξηθεί δραματικά.  Οι ΗΠΑ είχαν πρωτοστατήσει πολλών επιχειρήσεων στο παρελθόν στοιχίζοντάς της όχι μόνο υπέρογκα ποσά, όπως στην περίπτωση του Αφγανιστάν, αλλά και αρκετούς συμμάχους τους, όπως την Τουρκία.  Αντιλαμβάνοντας και αναγνωρίζοντας ότι η χώρα είχε εισέλθει σε έναν φαύλο κύκλο δαπανών, αντιλήφθηκε ότι προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει είναι αναγκαίο το «κούρεμα» των αμυντικών δαπανών της, γεγονός που συμβαδίζει και με την άποψη των αμερικανικών πολιτών.
Το ερώτημα όμως που προκύπτει είναι κατά πόσο μία τέτοια κίνηση επηρεάζει την ισχύ της αμερικανικής υπερδύναμης. Η ισχύς μίας χώρας αποτελεί απόρροια ενός μεγάλου αριθμού παραγόντων εκ των οποίων μετρήσιμοι είναι η στρατιωτική δύναμη και η οικονομική της κατάσταση. Όσον αφορά στην στρατιωτική δύναμη, η Αμερική έχει καταφέρει να βρίσκεται πολύ μπροστά, αφήνοντας αρκετά πίσω της τους υπόλοιπους συμμάχους της. Όσον αφορά όμως στην οικονομική της κατάσταση, τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα: η συνεισφορά της Αμερικής στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 3% ενώ αντιθέτως, η συνεισφορά της Κίνας έχει αυξηθεί.
Αυτό όμως δεν συνιστά λόγο ανησυχίας για την Αμερική. Κι αυτό γιατί σε περίπτωση που οι ΗΠΑ αισθανθούν ότι απειλούνται, εξακολουθούν να έχουν την ικανότητα, την ταχύτητα αλλά και τα μέσα για να επιβληθούν.
Παρόλα αυτά, γίνεται μία προσπάθεια ανασυγκρότησης της αμερικανικής κοινωνίας και οικονομίας. Γίνεται μία προσπάθεια να απαλλαχθεί ο αμερικανός πολίτης από το δυσβάστακτο βάρος της υψηλής αμερικανικής φορολογίας, ποσών που έχουν φτάσει σε ένα υπέρογκο ύψος και που έχουν οδηγήσει τους αμερικανούς να υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να μοιραστούν τον ρόλο του θεματοφύλακα με τους συμμάχους τους. Ακόμη, γίνεται μίας προσπάθεια εξοικονόμησης πόρων ώστε να μπορέσει η αμερικανική κυβέρνηση μελλοντικά, και μετά την πάροδο της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που μαστίζει τις περισσότερες χώρες, να επιστρέψει στη μάχη της τεχνολογικής ανάπτυξης.
Καταλήγοντας, λοιπόν,  η ανακοίνωση για την μείωση των αμυντικών δαπανών της Αμερικής δεν θα πρέπει να ενθαρρύνει σενάρια για αντικατάσταση της υπερδύναμης, ούτε να δημιουργεί ερωτηματικά.  Άλλωστε, η θέση της στην παγκόσμια κατάταξη είναι αποτέλεσμα πολιτικών ετών, καλών σχεδιασμών, προγραμματισμών και ριψοκίνδυνων αποφάσεων. Κανένα κράτος δεν θα ρίσκαρε την επιβίωσή του και δεν θα εξάλειφε από μόνο του το παρελθόν του. Ειδικά στην περίπτωση της Αμερικής, τα περιθώρια λάθους είναι μηδενικά. 

* published by www.thinkfree.gr

Το Ιράν και πάλι μπροστά

Η ανησυχία, η συνεχής κινητικότητα και οι απρόβλεπτες εξελίξεις εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το διεθνές περιβάλλον και τις αποφάσεις των κρατών. Στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, τα κράτη προχωρούν σε βιαστικές και αλόγιστες  κινήσεις και αποφάσεις οι οποίες επιδεινώνουν ακόμη πιο πολύ τις διακρατικές σχέσεις.
    Το Ιράν είναι μία χώρα η οποία έχει απασχολήσει και συνεχίζει να απασχολεί τους διεθνείς οργανισμούς, τα υπόλοιπα κράτη αλλά και τα μέσα ενημέρωσης. Το θέμα το οποίο έχει κατεξοχήν προβληματίσει είναι το πυρηνικό του πρόγραμμα. Το Ιράν ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ένα πρόγραμμα το οποίο θα οδηγήσει στην εκμετάλλευση της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, κάτι που δεν συνάδει με την άποψη των δυτικών χωρών.
    Αυτή η διαφωνία και αυτή η αντιπαράθεση είναι εκείνη που έχει οδηγήσει στην λήψη ακραίων μέτρων. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έχει επιβάλλει αρκετές φορές οικονομικές κυρώσεις στη χώρα, η ΕΕ φέρεται να έχει συμφωνήσει «επί της αρχής» να επιβάλει εμπάργκο στην εισαγωγή πετρελαίου από το Ιράν ενώ  ο καναδός πρωθυπουργός δηλώνει ότι η χώρα αποτελεί τη πιο σοβαρή απειλή για την ειρήνη.
    Ποια είναι όμως η στάση της ασιατικής χώρας και ποιο θα είναι το κόστος σε ένα ενδεχόμενο εμπάργκο? Η ΕΕ αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά για το ιρανικό πετρέλαιο μετά την Κίνα. Συνεπώς, η απόφαση αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της τιμής του πετρελαίου, όχι μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και σε διεθνές. Επί της ουσίας όμως, η ιρανική χώρα δεν θα πληγεί σοβαρά. Κι αυτό γιατί αφενός το κόστος του εμπάργκο θα μπορέσει να το καλύψει μέσα σε τρία χρόνια, αφετέρου η πολιτική ηγεσία της χώρας θα λάβει δραστικότερα μέτρα για τη συνέχιση του προγράμματος. Γνωρίζοντας όμως ότι έχει χάσει την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας, έχει επιδοθεί σε μία προσπάθεια αναζήτησης εταίρων. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η περιοδεία την οποία θα πραγματοποιήσει ο πρόεδρος της ισλαμικής δημοκρατίας στην λατινική Αμερική.
     Πρέπει, όμως, να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα. Το Ιράν αποτελεί μία χώρα που  αψήφησε τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας αδιαφορώντας για τις επικείμενες κυρώσεις και η οποία ορθώνει το ανάστημά της κόντρα στις ισχυρότερες χώρες του πλανήτη, χωρίς αμφιβολία, φόβο ή δεύτερη σκέψη. Αποτελεί έναν παράγοντα που γνωρίζει τη δυναμική του στο διεθνές περιβάλλον και τα πλήγματα που μπορεί να επιφέρει στην αγορά πετρελαίου. Αποτελεί έναν δρώντα που αναγνωρίζει τις οικονομικές του δυνατότητες και τη θέση που κατέχει.
    Συνεπώς, όλα τα παραπάνω δεν είναι αρκετά για να περιοριστεί η δράση της πολιτικής ηγεσίας του Ιράν. Η ακόμη καλύτερα, η μεμονωμένη λήψη αποφάσεων και ενεργειών δεν μπορεί να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.  Δραστικότερα μέτρα ή συνδυασμοί ενεργειών είναι πιο πιθανό να έχουν θετικό αντίκτυπο. Άλλωστε μιλάμε για μία χώρα που δεν φοβάται τίποτα. Μήπως θα πρέπει, λοιπόν, και οι ηγεσίες των δυτικών χωρών να προβούν σε ριζοσπαστικότερες αποφάσεις?

* published by www.thinkfree.gr